Οστεοπόρωση: Τα «μυστικά» για τη σωστή θεραπεία των γυναικών

Οστεοπόρωση: Τα «μυστικά» για τη σωστή θεραπεία των γυναικών

Η οστεοπόρωση αποτελεί ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα υγείας για τη σύγχρονη γυναίκα, καθώς συντελεί στην εμφάνιση πολλών χρόνιων παθήσεων.

Κάθε χρόνο, διεθνώς, 200 εκατομμύρια γυναίκες προσβάλλονται από οστεοπόρωση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, μια στις δύο γυναίκες, άνω των 50 ετών να υποστεί τουλάχιστον ένα οστεοπορωτικό κάταγμα, με συνηθέστερα αυτά των σπονδύλων, αυχένα, κεφαλής μηριαίου οστού και καρπού.

Η οστεοπόρωση αποτελεί ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα υγείας για τη σύγχρονη γυναίκα, καθώς συντελεί στην εμφάνιση πολλών χρόνιων παθήσεων. Η έγκαιρη διάγνωση και επιλογή της κατάλληλης θεραπείας μπορεί να αναστρέψει την οστεοπόρωση και να χαρίσει στις γυναίκες το βέλτιστο επίπεδο υγείας.

«Η οστεοπόρωση έχει θεωρηθεί ‘γυναικεία υπόθεση’ καθώς είναι οκτώ φορές συχνότερη στις γυναίκες απ’ ότι στους άνδρες. Τα κατάγματα του καρπού, γνωστά επιστημονικώς με τον όρο κατάγματα Colles είναι 10 φορές συχνότερα στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες 55 ετών και άνω, εν συγκρίσει με νεότερες », εξηγεί ο Dr. Κυριάκος Π. Τίγκας, M.D. Μαιευτήρας Χειρουργός, Γυναικολόγος, Ογκολόγος.

Τι είναι η Οστεοπόρωση

«Πρόκειται για έναν κύκλο ζωής και θανάτου που ‘κυβερνάται’ από τα οιστρογόνα και την προγεστερόνη. Η μείωση των οιστρογόνων κατά την φάση της περιεμμηνόπαυσης, δηλαδή όταν δεν φτάνουν σε μέγιστες τιμές για 48 ώρες περίπου, όπως θα έπρεπε κανονικά για να γίνει ωοθυλακιορρηξία, έχουμε ανωοθυλακιορρηξία. Έτσι δεν μπορεί να παραχθεί προγεστερόνη και δεν ενεργοποιούνται οι υποδοχείς της ώστε να κατασκευαστεί το οστό», λέει και προσθέτει ότι τα οιστρογόνα ελέγχουν επίσης τους οστεοκλάστες, τα οστικά κύτταρα που «τρώνε» το παλιό οστό, ενώ η προγεστερόνη ελέγχει τους οστεοβλάστες, τα κύτταρα που «χτίζουν» το νέο οστό.

Όταν, λοιπόν, διαταραχθεί η ισορροπία του ορμονικού αυτού κύκλου ξεκινά η οστεοπενία και στη συνέχεια εγκαθίσταται η οστεοπόρωση.

Η μείωση των ορμονών του φύλου συμβαίνει ανεξαρτήτως ηλικίας και έτσι η μείωση της οστικής μάζας θεωρείται αναπόφευκτη.

Η οστεοπενία συντελεί στην οστεοπόρωση, η οποία διακρίνεται σε:

– πρωτοπαθή, που περιλαμβάνει την Μετεμμηνοπαυσιακή Οστεοπόρωση, την Πρόωρη Εμμηνόπαυση και την Γεροντική Οστεοπόρωση και την Ιδιοπαθή Οστεοπόρωση (που εκδηλώνεται σε νεαρή ηλικία)

– δευτεροπαθή, η οποία αναπτύσσεται ως συνέπεια ενός προϋπάρχοντος νοσήματος, όπως: Σακχαρώδης Διαβήτης, Υπερπαραθυρεοειδισμός, Υπερθυρεοειδισμός, Νόσος Cushing, Υπογοναδισμός, Ρευματοειδής Αρθρίτιδα, Σύνδρομο Δυσαπορρόφησης, Πολλαπλούν Μυέλωμα, Δρεπανοκυτταρική Αναιμία.

Μπορεί επίσης να προκύψει εξαιτίας μιας κατάστασης, όπως είναι η παρατεταμένη σωματική ακινητοποίηση του ασθενούς και τέλος, μπορεί να εμφανιστεί μετά από λήψη ορισμένων κορτικοειδών και θυρεοειδικών ορμονών κ.ά.

Και εξηγεί ότι, «η οστεοπόρωση δεν υφίσταται στις γυναίκες όσο η ορμονική τους ισορροπία είναι άριστη, ενώ δεν υπάρχει επίσης, και όταν τα οιστρογόνα και η προγεστερόνη βρίσκονται σε βέλτιστη αρμονία».

Απάντηση, λοιπόν, στο βασικό πρόβλημα της οστεοπόρωσης έρχεται να δώσει η σύγχρονη θεραπευτική προσέγγιση, η οποία περιλαμβάνει τη λήψη ενδελεχούς ιατρικού ιστορικού όλων των συστημάτων της ασθενούς (Head to Toe) και την διενέργεια εξατομικευμένων εξετάσεων (βιοχημικών, ορμονικών, απεικονιστικών, εξειδικευμένων μεταβολικών, κ.ά.).

Και καταλήγει λέγοντας ότι «συνεπώς, η γενικευμένη άποψη ότι δεν υπάρχει οριστική θεραπεία για την οστεοπόρωση είναι λανθασμένη. Όσο νωρίτερα δε ηλικιακά, ξεκινήσει η αποκατάσταση, τόσο συντομότερα η γυναίκα, επανέρχεται στο βέλτιστο επίπεδο υγείας της, συνολικά. Η θεραπεία αναπροσαρμόζεται κάθε φορά, ανάλογα με τις ιδιαίτερες ανάγκες της γυναίκας, χωρίς χρονικούς περιορισμούς στη διάρκεια της προσέγγισης αυτής, η οποία ταυτόχρονα παρέχει και μέγιστη αντικαρκινική προστασία».